To 535 οι Ετρούσκοι και οι Καρχηδόνιοι συνασπίσθηκαν για να τους ανακόψουν, αλλά οι Φωκαείς τους καταναυμάχησαν ανοιχτά της Σαρδηνίας - έστω κι αν αυτή η νίκη ήταν καδμεία, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο.
Σε τέσσερις λοιπόν αιώνες οι Ρωμαίοι κατέκτησαν δύο μεγάλες χερσονήσους, την ιταλική και τη βαλκανική, και περιόρισαν την πειρατεία που προερχόταν από αυτές, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το φαινόμενο είχε εξαλειφθεί.
Παρόμοιο παράδειγμα ήταν οι πειρατές της Μαύρης Θάλασσας, οι οποίοι συνεργάζονταν με πόλεις του Βοσπόρου και ειδικεύονταν στις απαγωγές ταξιδιωτών - κατόπιν έβαζαν τα θύματά τους να γράψουν δακρύβρεχτες επιστολές προς τους συγγενείς τους για να τους εξαγοράσουν.
Σε αντίθεση με τους Ετρούσκους και τους Έλληνες, φαίνεται πως οι Ρωμαίοι δεν άσκησαν πειρατεία σε κανένα στάδιο της εξέλιξής τους.
Από εκείνη την περίοδο διασώζονται τουλάχιστον δύο εκστρατείες με αποκλειστικό αντικειμενικό σκοπό την καταστολή της πειρατείας: του Κίμωνα εναντίον των Δολόπων της Σκύρου και του Περικλή στη Θράκη, τη γεμάτη πειρατικά λημέρια.
Δηλαδή οι Ρωμαίοι κατακτούσαν νέες περιοχές και μια από τις συνέπειες της κατάκτησης ήταν οι πειρατές να χάνουν τα λημέρια τους.
Για να κατανοηθεί όμως καλύτερα, είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου και δύο παραμέτρους που όριζαν το ιδεολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου μεμονωμένοι άνθρωποι ή ολόκληρες κοινότητες επιδίδονταν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα: Για τους Λαούς της Θάλασσας που δέσποσαν στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, η πειρατεία και το εμπόριο αποτελούσαν αλληλοσυμπληρούμενες δραστηριότητες.
