Σύντομα, οι λόγιοι της Δύσης, οι οποίοι δεν έφεραν το βάρος της κληρονομημένης και εξελιγμένης προφοράς της Ελληνικής, αντιλήφθηκαν ότι η νεοελληνική προφορά απέδιδε ατελώς την κλασική γλώσσα και προκαλούσε προβλήματα στη διδασκαλία.
Στις ακόλουθες ενότητες θα εξεταστούν τα τεκμήρια που αποδεικνύουν ότι η προφορά της κλασικής γλώσσας διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από την προφορά της υστεροβυζαντινής.
Ο πατέρας της επιστημονικής γλωσσολογίας στην Ελλάδα Γεώργιος Χατζιδάκις υπήρξε ο εισηγητής της νεωτεριστικής προφοράς στη χώρα, αποδεικνύοντας με μεθοδικό τρόπο ότι η προφορά της Ελληνικής είχε μεταβληθεί με την πάροδο των αιώνων.
Από το δείγμα κειμένου που παρατέθηκε αντιλαμβανόμαστε ότι η ερασμική προφορά που διαμορφώθηκε στα πανεπιστήμια τής Αγγλίας αποδίδει ατελώς την προφορά τής κλασικής Ελληνικής σε αρκετά σημεία.
Οι γνώσεις μας για την επανασύνθεση της αρχαίας προφοράς της κλασικής γλώσσας στηρίζονται στα εξής σημαντικά τεκμήρια: Η ποικιλία των φθόγγων ι, η, υ, ει, οι, υι, ῃ που αντιστοιχούν σε νεοελληνική προφορά [i] και των ο, ω, ῳ με προφορά [o] θα αποτελούσε αδικαιολόγητη και περιττή πολυτέλεια για την κλασική γλώσσα.
Κάτι ακόμη που επέτεινε την αντίθεση των Ελλήνων λογίων ήταν ότι η ερασμική προφορά συνοδευόταν από πρότυπο ή σχήμα τονισμού, το οποίο ταίριαζε στα δεδομένα της Λατινικής, διότι στηριζόταν στην ποσότητα της συλλαβής και όχι στον δυναμικό τόνο.
Πολλοί Έλληνες λόγιοι, κυρίως Φαναριώτες, κατέφυγαν στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου μεταδίδαξαν την κλασική γλώσσα, την οποία οι ίδιοι μελετούσαν και αντέγραφαν.
Ο ίδιος μνημονεύει για πρώτη φορά ως επιχείρημα το γνωστό επιφώνημα βῆ βῆ, με το οποίο οι αρχαίοι δήλωναν το βέλασμα των προβάτων, για να εξηγήσει τη φωνητική αξία των εν λόγω φθόγγων.
Η μαζική εισροή στοιχείων από συστήματα συγγενών γλωσσών ανέτρεψε επίσης την επί αιώνες κυριαρχούσα αντίληψη, ότι τα Ελληνικά είχαν κατ' ουσίαν την ίδια προφορά από την αρχαιότητα.
