Ο μεν Δημήτριος έλκει το όνομά του από τον αδερφό του πατέρα του, ενώ ο Φίλιππος από τον παππού τους και πατέρα του Αντίγονου.
Ο Δημήτριος ήταν γιος του αξιωματικού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Αντιγόνου Α' του Μονοφθάλμου και της (πολύ μικρότερής του) Στρατονίκης, κόρης του επιφανούς Μακεδόνα Κoρράγου.
Ενοχλημένος από την απόβαση του Δημητρίου στα εδάφη του, ο Πλείσταρχος ταξίδεψε προς τον αδερφό του Κάσσανδρο, παραπονούμενος για τη νέα πολιτική του Σέλευκου.
Από την πλευρά του ο Δημήτριος εκμεταλλευόταν στο έπακρο την ανοχή και το θαυμασμό των Αθηναίων για να ικανοποιεί την ματαιοδοξία του και τις ακολασίες του.
Γνωρίζοντας την ισχύ του Δημητρίου αλλά και την τάση του να πραγματοποιεί πολιτικούς γάμους, τον προσκάλεσε στο νησί και του προσέφερε το χέρι της.
Από την πλευρά του ο Μενέλαος προετοίμασε τις άμυνες της πόλης για πολιορκία, στέλνοντας παράλληλα μήνυμα στον Πτολεμαίο στην Αίγυπτο να του αποστείλει βοήθεια.
Ο Δημήτριος βασιζόταν στις πολιορκητικές του μηχανές που δημιούργησαν βροχή βλημάτων, ενώ με φωνές και σαλπίσματα επιχειρούσε να προκαλέσει τρόμο και σύγχυση στον αντίπαλο.
Από τη στιγμή που απέκτησε σταθερή βάση επιχειρήσεων στη Μακεδονία ο Δημήτριος ξεκίνησε να κάνει σχέδια για να πετύχει το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο όνειρό του: την ανάκτηση του συνόλου των εδαφών που κάποτε κυβέρνησε ο πατέρας του.
Μετά από λίγο καιρό έφτασε στο στρατόπεδο του Δημητρίου μήνυμα από το Σέλευκο με πρόταση γάμου ανάμεσα στον ίδιο και την κόρη του Δημητρίου και της Φίλας, τη Στρατονίκη.
Όταν ο Δημήτριος είπε απολογητικά πως μόλις του έφυγε ο πυρετός, ο Αντίγονος απάντησε: «Το ξέρω, γιατί τον συνάντησα πριν από λίγο στην πόρτα».
Για να εγκαταστήσει τη βασιλική κατοικία, ο Δημήτριος κατασκεύασε μία νέα πόλη και επίνειο στη Μαγνησία, ανάμεσα στη Νηλεία και τις Παγασές, την οποία και ονόμασε «Δημητριάδα».
