Ο Βούλσων και οι λεγεώνες του, που είχαν συγκεντρώσει αξιοσημείωτα πλούτη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, επέστρεψαν στη Ρώμη μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Απάμειας.
Με την αφορμή αυτή ο Άτταλος ταξίδεψε ξανά στη Ρώμη ως απεσταλμένος του Ευμένη, τόσο γα να εκθέσει την κατάσταση, όσο και για αναθερμάνει τις σχέσεις της Συγκλήτου με την Πέργαμο.
Πράγματι του αποκαλύφθηκε πως οι Ρωμαίοι πλέον δεν έκρυβαν καμία εκτίμηση προς το πρόσωπο του αδερφού του, ο οποίος έφερε το στίγμα του προδότη.
Ο τελευταίος συνομίλησε με τον Άτταλο και με τη δύναμη της λογικής τον έπεισε να εγκαταλείψει τις επικίνδυνες φιλοδοξίες του.
Ο Άτταλος γρήγορα διαπίστωσε πως οι επιτιθέμενοι ήταν πολύ ισχυροί για να αντιμετωπιστούν σε ανοιχτή μάχη και κατ' επέκταση σφράγισε τις πύλες της πόλης.
Η κινητικότητα του αυτή θορύβησε τον Αντίοχο, ο οποίος στα πλαίσια των προετοιμασιών του για την έναρξη πολέμου με τη Ρώμη πρότεινε στον Ευμένη το χέρι μιας από τις θυγατέρες του.
Ο Ευμένης Β΄ και ο Άτταλος, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από τη Ρώμη, έσπευσαν με στρατό στη Γαλατία, μόνο για να ανακαλύψουν πως ο Λεώκριτος είχε πλεόν αποχωρήσει.
Εντούτοις, ο Ευμένης είχε αντιληφθεί πού οδηγούσε η κατάσταση και απέστειλε στη Ρώμη έναν άντρα στον οποίο έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη, τον ιατρό του Στράτο.
Λίγα χρόνια μετά, το 164 π.Χ., στην πόλη της Ρώμης παρουσιάστηκαν πρέσβεις του βασιλιά της Βιθυνίας, Προυσία Β΄ του Κυνηγού, της Ρόδου και της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Στους όρους της περιλαμβανόταν η συμφωνία να παραχωρήσει ο Προυσίας είκοσι πλοία στον Άτταλο, καθώς και να του καταβάλλει πεντακόσια τάλαντα σε είκοσι χρόνια.
Η απουσία του Ευμένη στη Ρώμη κατά την εποχή εκείνη κρίθηκε τουλάχιστον ατυχής από τον ύπατο Μάνλιο Βούλσωνα, που είχε αναλάβει αυτοβούλως με την εκστρατεία.
Τελικά τον πρόδωσε ο ίδιος ο λαός, ο οποίος άνοιξε τις πύλες, ώστε να εισέλθει ο Νικομήδης με το στρατό του.
Εντούτοις ο Ευμένης δεν κρατήθηκε από το να επιπλήξει τον αδερφό του για το πόσο γρήγορα έσπευσε να μιλήσει στη σύζυγό του.
