Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του Ακροκανθόσαυρου ήταν οι ακανθώδεις αποφύσεις στους σπονδύλους του λαιμού, της πλάτης, των γοφών και του πάνω μέρους της ουράς, οι οποίες μπορούσαν να φτάσουν και 2,5 φορές το ύψος των σπονδύλων από τους οποίους αποφύονταν.
Όπως τα εμπρόσθια άκρα των περισσοτέρων μη ιπτάμενων θηριόποδων, αυτά του Ακροκανθόσαυρου δεν έρχονταν σε επαφή με το έδαφος και δεν χρησιμοποιούνταν για την κίνηση, αλλά χρησιμοποιούνταν για το κυνήγι.
Τα δόντια του Ακροκανθόσαυρου ήταν ευρύτερα από αυτά του Καρχαροδοντόσαυρου και δεν είχαν τη ρυτιδωτή υφή που είναι χαρακτηριστική των καρχαροδοντοσαυρίδων.
Όταν το θήραμα είχε γραπωθεί από τα σαγόνια, τα μυώδη άνω άκρα ενδεχομένως συμπτύσσονταν, κρατώντας το σφιχτά ανάμεσα σε αυτά και το σώμα, αποτρέποντας την διαφυγή του.
Το χέρι δεν μπορούσε να φτάσει κατακόρυφη θέση όταν κινούνταν προς τα κάτω, αλλά μπορούσε στην προς τα πάνω κίνηση να βρεθεί 9° πάνω από την οριζόντιο.
Όπως είναι αναμενόμενο, τα οστά των πίσω ποδιών του Ακροκανθόσαυρου, ήταν αναλογικά πιο στιβαρά από αυτά του μικρότερου συγγενή του, Αλλόσαυρου.
Το χέρι δεν μπορούσε να εκταθεί πλήρως, ούτε μπορούσε να λυγίσει πολύ, με τον βραχίονα να μην μπορεί να σχηματίσει ούτε ορθή γωνία με το υπόλοιπο μέλος.
Αρκετά δόντια από τον Σχηματισμό Αρούντελ (Arundel) στο Μέριλαντ έχουν περιγραφεί ως σχεδόν ταυτόσημα με αυτά του Ακροκανθόσαυρου και ενδέχεται να αναπαριστούν μία ανατολική εκδοχή του γένους.
Τα πόδια του είχαν τέσσερα δάκτυλα το καθένα, αν και όπως είναι τυπικό για τα θηριόποδα, το πρώτο ήταν πολύ μικρότερο από τα υπόλοιπα και δεν έρχονταν σε επαφή με το έδαφος.
